ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΛΩΝΙΑ

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Στο στρατώνα Λένιν στη Βαρκελώνη, μια μέρα πριν καταταγώ στην πολιτοφυλακή, είδα έναν Ιταλό πολιτοφύλακα να στέκεται μπροστά στο τραπέζι των αξιωματικών.
Ήταν ένας τραχύς νεαρός, εικοσιπέντε, εικοσιέξι χρονών, με ξανθοκόκκινα μαλλιά και δυνατές πλάτες. Το μυτερό δερμάτινο κασκέτο του γερμένο άγρια πάνω απ' τόνα μάτι.
Στεκόταν εμπρός μου με το πλάϊ, το πηγούνι στο στήθος του, κυττώντας με μια γκριμάτσα απορίας ένα χάρτη που είχε απλώσει ένας από τους αξιωματικούς στο τραπέζι. Κάτι στο πρόσωπό του με συγκίνησε βαθειά. Ήταν το πρόσωπο ενός ανθρώπου που θα έκανε έγκλημα και θα θυσίαζε τη ζωή του για ένα φίλο - το είδος του προσώπου που περιμένεις από έναν αναρχικό, αν κι ίσως πιθανό να ήταν κομμουνιστής. Πρόσωπο γεμάτο ειλικρίνεια και σκληρότητα μα και με εκείνο τον παθητικό σεβασμό που έχουν συνήθως οι αγράμματοι άνθρωποι για τους υποτιθέμενους ανώτερούς τους. Φαίνεται πως δεν μπορούσε να καταλάβει το παραμικρό από το χάρτη· φαίνεται πως θεωρούσε το διάβασμα των χαρτών τεράστιο διανοητικό επίτευγμα.
Δεν ξέρω γιατί, όμως σπάνια συνάντησα άνθρωπο που να συμπαθήσω έτσι ξαφνικά. [...] (Από την έκδοση)

Ο Όργουελ μιλάει και γράφει όσο το δυνατόν πιο αμερόληπτα. Ακόμη κι όταν εξοργίζεται, ακόμη κι όταν τον συγκλονίζει η σύλληψη και η άνανδρη δολοφονία ενός αγωνιστή, ακόμη κι όταν αφηγείται πώς ο ίδιος τραυματίστηκε στο λαιμό από σφαίρες φασιστών και πώς κυνηγήθηκε από τους σταλινικούς, δεν παύει να είναι ανεπίληπτα ευγενικός, συγκρατημένος και σεμνός, επιτρέποντας στον εαυτό του μονάχα πικρία και θλίψη να εκφράσει.

Γ. Ι. Μπαμπασάκης (Ελευθεροτυπία)

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ
ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ
ΚΩΔΙΚΟΣ
ORW01002
ΣΕΛΙΔΕΣ
268